Ο πληρέστερος ηλεκτρονικός επαγγελματικός οδηγός του N.Έβρου
Big Barrel

Κάτι τρέχει στην Ελλάδα

Η Πόλις εάλω.
Η Πόλις εάλω.

29 Μαΐου 1453: Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

29-05-2024

Από τις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ, έτος ίδρυσης της Πόλης από τον Κωνσταντίνο τον Μεγάλο, ως τις 29 Μαΐου του 1453 οριοθετείται η μακροβιότερη αυτοκρατορία, αυτή των τριών ηπείρων.

Το βασίλειο της Ρώμης, το επίσημο όνομα του κράτους και Ρωμανία το όνομα της εδαφικής του επικράτειας καταλύεται στις 29 Μαΐου του 1453 έπειτα από πολιορκία μηνών, πανταχόθεν βαλόμενο από θαλάσσης και ξηράς.

Παρενθετικά να τονισθεί ότι η παλιά Ρώμη ήταν μεν η αιώνια Ρώμη αλλά ήταν μια «Roma mobilis (κινητή)», γιατί κατά τα αρχαιορωμαικά πρότυπα, Ρώμη ήταν η πόλη όπου βρισκόταν ο εκάστοτε αυτοκράτορας. Αντίθετα όμως από την παλαιά, η νέα Ρώμη ήταν η αμετάθετη έδρα του αυτοκράτορα (εξ ου και το όνομα Βασιλεύουσα).

Πρώτη λοιπόν πραγματική πρωτεύουσα (με τη σημερινή έννοια), η Κωνσταντινούπολη ήταν η έδρα της αυτοκρατορίας και της Εκκλησίας, κέντρο πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, πρότυπο κάθε καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας. Το πρώτο Πανεπιστήμιο στον κόσμο ιδρύθηκε τον 5οαι. στην Κωνσταντινούπολη.

CRUSTA

Σ' αυτήν την Πόλη που όπως θα γράψει αργότερα ο Κωνσταντίνος ο Ζ΄ «Πόλις έστι βασιλεύουσα, του τε κόσμου παντός υπερέχουσα» θα γίνει προοδευτικά η translation imperii [η μεταφορά της αυτοκρατορικής εξουσίας] από την παλαιά Ρώμη που γνωρίζει ερήμωση ήδη από τον 5ο αι.

Αυτή η Πόλη θα γνωρίσει τη δόξα, την ευημερία, την ηγεμονία στον τότε κόσμο για περισσότερο από μια χιλιετία. Θα γνωρίσει όμως και κακοδαιμονίες, τις δύο αλώσεις της. Πρώτη αυτή του 1204 από τους σταυροφόρους και μετά την τελική από τους οθωμανούς το 1453, το πρώην παγκόσμιο Βυζάντιο ψυχορράγησε το 1204 και εξέπνευσε το 1453.

Τον καιρό της βασιλείας του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου (1448/9-1453) η αυτοκρατορία είχε απομείνει στην πόλη της Κωνσταντινούπολης και κάποιες ολίγες μικρές κτήσεις, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά. Η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία Ελληνοποιημένη ήδη ψυχορραγούσε τους τελευταίους αιώνες μετά την άλωση της από τους σταυροφόρους το 1204 και ενώ οι οθωμανοί εκυρίευαν την μία περιοχή μετά την άλλη της αυτοκρατορίας,.

Το νήμα της ιστορικής συνέχειας της πόλης αρχίζει να κόβεται από τις αρχές του έτους 1453. Το γεωπολιτικό σκηνικό είναι εξαιρετικά δύσκολο για τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον ΙΑ΄, με τους οθωμανούς, κυρίαρχους των περιοχών γύρω από την Πόλη, να την πολιορκούν. Οι δυνατότητες αντίδρασης του Κωνσταντίνου στις επιθετικές πρωτοβουλίες του Μωάμεθ του Β΄ ήταν πολύ ολίγες.

Οι πολεμιστές εντός των τειχών σύμφωνα με την απογραφή που ζήτησε ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ από τον έμπιστο του και φίλο Γεώργιο [Σ]Φραντζή είναι 4.937 Έλληνες και περίπου 2.000 Λατίνοι. Μόνον ο Κωνσταντίνος και ο [Σ]Φραντζής γνωρίζουν τον πραγματικό αριθμό των υπερασπιστών και τον κρατούν μυστικό για να μην πέσει το ηθικό στην Πόλη, 7.000 άνδρες λοιπόν πρέπει να υπερασπιστούν 22 χιλιόμετρα τειχών.

Στον αγώνα για τη σωτηρία της Πόλης έλαβαν μέρος μεμονωμένοι Γενοβέζοι, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση Γενοβέζου εθελοντή ήταν αυτή του Ιωάννη Τζουστινιάνι Λόγκο, κυβερνήτη της Γενοβέζικης αποικίας του Καφά στον Εύξεινο Πόντο, ο οποίος έφτασε εθελοντικά στην Πόλη επικεφαλής σώματος 700 στρατιωτών τον Ιανουάριο του 1453.

Αντίθετα με τους Γενοβέζους που κατοικούσαν εκτός πόλης οι Βενετοί υποχρεώθηκαν από τις εξελίξεις να τηρήσουν πιο αποφασιστική στάση διότι οι Βενετοί έμποροι έμεναν εντός της πόλης. Έτσι στις 2 Απριλίου του1453 ανέλαβαν την ευθύνη της άμυνας αντίστοιχων κύριων πυλών των χερσαίων τειχών της πόλης.

Στο πλευρό των υπερασπιστών τάχθηκε και η Καταλανική παροικία της Πόλης, τα μέλη της οποίας ανέλαβαν την φύλαξη των τειχών μεταξύ του Βουκολέοντος και του Κοντοσκαλίου.
Σημαντικά πλεονεκτήματα των υπερασπιστών ήσαν τα χερσαία τείχη και ο έμπειρος αλλά μικρός στόλος. Κατά την έναρξη της πολιορκίας στον Κεράτιο κόλπο ναυλοχούσαν 26 πλοία κυρίως Γενοβέζικα, Βενετικά αλλά και από την Κρήτη, την Καταλονία καθώς και 10 βυζαντινά.

Τα τείχη (τα γνωστά Θεοδοσιανά) είχαν επισκευασθεί, είχαν ενισχυθεί από τάφρο πλάτους 20 μέτρων. Υπό κανονικές συνθήκες η Κωνσταντινούπολη ήταν η καλύτερα οχυρωμένη πόλη του μεσαιωνικού κόσμου. Από την πλευρά του Κεράτιου κόλπου προφυλασσόταν από τις 2 Απριλίου με μια βαριά σιδερένια αλυσίδα που το ένα άκρο της βρισκόταν στον πύργο του Ευγενίου και το άλλο σε έναν πύργο στα θαλάσσια τείχη του Πέραν.

Η Πόλη έχει δοκιμασθεί εκατοντάδες φορές από πολυάριθμους εχθρούς και άντεξε. Αυτή την φορά όμως τα χερσαία τείχη δοκιμάσθηκαν σοβαρά από τις βολές των οθωμανικών κανονιών. Βέβαια και οι αμυνόμενοι είχαν στη διάθεσή τους κάποια μικρά κανόνια και φορητά πυροβόλα όπλα. Είναι γνωστό ότι ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς ήταν επικεφαλής ενός εφεδρικού σώματος και είχε υπό τις διαταγές του μία συστοιχία κανονιών.

Ο εξοπλισμός όμως των Οθωμανών ήταν εντυπωσιακός. Μέχρι τον Μάρτιο του 1453 όταν άρχισε η εκστρατεία προς την Κωνσταντινούπολη είχαν συγκεντρωθεί στη Θράκη, κατά τις πιο αξιόπιστες μαρτυρίες περί τις 80.000 με 100.000 στρατιώτες από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές επαρχίες του οθωμανικού κράτους. Σ' αυτούς περιλαμβάνονταν αρκετοί χριστιανοί, υποτελείς του σουλτάνου καθώς και το επίλεκτο σώμα των 12.000 γενιτσάρων που αποτελούσε την προσωπική φρουρά του σουλτάνου.

Παράλληλα για πρώτη φορά συγκροτήθηκε ένας αξιόλογος οθωμανικός στόλος από περίπου 150 πλοία πολεμικά και βοηθητικά, διαφόρων μεγεθών. Τα πληρώματά τους αποτελούντο από σκλάβους και εθελοντές, επικεφαλής των οποίων ετέθη ο κυβερνήτης της Καλλίπολης ο Βούλγαρος αρνησίθρησκος Σουλεϊμάν Μπάλτογλου.

Το κυριότερο πλεονέκτημα όμως που διέθετε ο στρατός του Μωάμεθ του Β΄ ήταν τα κανόνια του. Ο Μωάμεθ διαθέτοντας χρήματα προσέλαβε τους καλύτερους διαθέσιμους τεχνίτες κανονιών (διάσημος ο Ούγγρος Ουρβανός που κατασκεύασε την βομβάρδα) ο οποίος προσέφυγε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Μωάμεθ διότι ο Κωνσταντίνος αδυνατούσε να τον πληρώσει λόγω οικονομικών δυσκολιών.

Αν η Πόλη είχε αυτά τα κανόνια δεν θα χρειαζόταν καν τείχη.

Οι οθωμανοί έκαναν δοκιμή της βομπάρδας για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1453 στο Διδυμότειχο ακινητοποιώντας τη ζωή στην περιοχή. Χρειάσθηκαν δύο μήνες (Φεβρουάριος- Μάρτιος) μέχρις ότου η τεράστια αυτή βομπάρδα μετακινηθεί για να φθάσει σε απόσταση 5 μιλίων από την Κωνσταντινούπολη.

Υπολογίζεται ότι οι οθωμανοί χρησιμοποίησαν συνολικά δεκατέσσερις πυροβολαρχίες, οι πέντε ισχυρότερες από τις οποίες στραμμένες προς την πύλη του Αγίου Ρωμανού, το πιο αδύναμο σημείο των τειχών. Εξάλλου κατά τη διάρκεια της πολιορκίας οι πολιορκητές χρησιμοποίησαν και αρκεβούζια, το πιο διακεκριμένο θύμα των οποίων υπήρξε ο πρωτοστράτωρ Ιωάννης Τζιουστινιάνι, ο οποίος πληγώθηκε από αυτό και επεκράτησε πανικός γύρω του.

Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι αμυνόμενοι ήταν η δυσαναλογία των δυνάμεων τους απέναντι στους οθωμανούς. Η διάταξή τους προσαρμόσθηκε, όσο ήταν δυνατόν στις ιδιομορφίες της περιμέτρου του τείχους και στις μαχητικές ικανότητες των επιμέρους σωμάτων τους. Ο αυτοκράτορας και τα πιο επίλεκτα ελληνικά στρατεύματα ανέλαβαν την άμυνα του μεσαίου τμήματος των τειχών που ήταν και πιο ευπρόσβλητο καθώς εκείνο το σημείο το διέσχιζε κάθετα η κοίτη του χειμάρρου Λύκου. Αριστερά του προς την πλευρά της Προποντίδας είχαν παραταχθεί διαδοχικά ένα γενοβέζικο τμήμα υπό τον Μαουρίτσιο Καττανέο, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος με μερικούς βυζαντινούς, ο βενετός Φιλίππο Κονταρίνι, ο γενοβέζος Μανουέλ και δίπλα στα θαλάσσια τείχη ένα τμήμα υπό τον Δημήτριο Καντακουζηνό. Απέναντι τους είχε παραταχθεί το μικρασιατικό στράτευμα του Μωάμεθ υπό τον Ισάκ πασά.

Δεξιά του αυτοκράτορα στο τμήμα των τειχών που ονομαζόταν Μυριάνδριον είχε στρατοπεδεύσει ο Τζουστινιάνι με το σώμα του και αργότερα οι αδελφοί Μποκιάρντι. Δεξιότερα κοντά στο παλάτι των Βλαχερνών είχε στρατοπεδεύσει ο βενετός Μινότο με τους άνδρες του. Πιο πέρα ο βενετός Τεοντόρο Καρίστο. Απέναντι τους οι οθωμανοί παρέταξαν τα ευρωπαϊκά στρατεύματα υπό τον Καρατζά πασά. Απέναντι από τον Κωνσταντίνο είχε στρατοπεδεύσει ο Μωάμεθ. Στο ίδιο σημείο είχε τοποθετήσει και τη μεγάλη βομπάρδα του Ουρβανού.

Τα θαλάσσια τείχη της Πόλης υπερασπίζονταν από την πλευρά της Προποντίδας ο Τζιάκομο Κονταρίνι, ένα σώμα καλογέρων, το μικρό σώμα του πρίγκηπα Ορχάν (έκπτωτου που είχε προσχωρήσει στους βυζαντινούς) και οι άνδρες της καταλανικής παροικίας, ενώ από την πλευρά του Κεράτιου ήσαν ο καρδινάλιος Ισίδωρος με 200 άνδρες, 700 βενετοί και γενοβέζοι ναύτες υπό τον Γκαμπριέλε Τρεβιζάν. Μέσα στην πόλη υπήρχαν δύο εφεδρικά αποσπάσματα υπό την διοίκηση του μεγάλου δούκα Λουκά Νοταρά και του Νικηφόρου Παλαιολόγου.

Στις 5 Απριλίου 1453 όλος ο στρατός του Μωάμεθ έχει συγκεντρωθεί έξω από τα τείχη της πόλης, (ο οποίος ήδη είχε αρχίσει να έρχεται από τον Μάρτιο). Και την απέκλεισε παντοιοτρόπως. Σύμφωνα με τα έθιμα του ισλάμ ο σουλτάνος ζήτησε κατ' αρχάς την ειρηνική παράδοση της πόλης υποσχόμενος ότι θα σεβόταν τη ζωή και την περιουσία των κατοίκων και ότι θα επιτρέψει στον αυτοκράτορα να φύγει ανενόχλητος και να πάει όπου επιθυμεί.

Η απάντηση του αυτοκράτορα θα μείνει ανεξίτηλη στην Ιστορία:

«ΤΟ ΔΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ ΣΟΙ ΔΟΥΝΑΙ ΟΥΤ' ΕΜΟΝ ΕΣΤΙΝ ΟΥΤ' ΑΛΛΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΤΩΝ ΕΝ ΑΥΤΗ ΚΟΙΝΗ ΓΑΡ ΓΝΩΜΗ ΠΑΝΤΕΣ ΑΥΤΟΠΡΟΑΙΡΕΤΩΣ ΑΠΟΘΑΝΟΥΜΕΝ ΚΑΙ ΟΥ ΦΕΙΣΟΜΕΘΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΗΜΩΝ» (Γ. [Σ]Φραντζή – ιστορικός της άλωσης.), Κωνσταντίνος εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων Παλαιολόγος [ο τίτλος του αυτοκράτορος – από το 1079 μεταβάλλεται ελαφρώς δια της προσθήκης εκφράσεως αφοσίωσης προς το θείον και παραμένει αμετάβλητος ως το τέλος] (Βυζαντινή Διπλωματική – Αυτοκρατορικά έγγραφα Ι.Ε.Καραγιαννόπουλου).

Μοναδικό σωζόμενο, χρυσή σφραγίδα του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου του χρυσοβούλου λόγου για την Ραγούζα του έτους 1451( F. Dolger, Facsimiles αριθμός 67 α).

Αρχίζουν οι λυσσώδεις επιθέσεις εναντίον της πόλης με κανονιοβολισμούς και συνεχείς επιθέσεις ενώ οι αμυνόμενοι αποκρούουν συνεχώς, ένας απελπισμένος αγώνας σε στεριά και θάλασσα.
Και ενώ λοιπόν η αυτοκρατορία δοκιμάζεται έως θανάτου, η οδύνη του διχασμού (ενωτικοί – ανθενωτικοί) ανάμεσα στα εγκόσμια που φθίνουν και στα αιώνια που ετοιμάζονται να αναζητήσουν άλλο όχημα για να συνεχίσουν την πορεία τους μέσα στην ιστορία συρρικνώνεται στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου αυτοκράτορα. Οι παλαιότεροι οραματισμοί για αιώνια συμπόρευση κράτους και πίστης καταρρέουν οριστικά. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος υφίσταται την τραγική του μοίρα, να μην μπορεί να ανταποκριθεί στο ρόλο του, όχι γιατί δεν είναι άξιος αλλά διότι κόσμος και εκκλησία έλκονται πλέον προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Ο τελευταίος αυτοκράτορας κρατώντας με το ένα χέρι τον κόσμο και με το άλλο την εκκλησία πασχίζει να διασώσει αυτόν τον υπέρτατο δεσμό. Οι αντίρροπες δυνάμεις όμως υπερβαίνουν τις ανθρώπινες αντοχές και ο ίδιος είναι καταδικασμένος να δει την ψυχή του να διαμελίζεται από τα τρομερά διλήμματα. Η φιλοπατρία του και το υψηλότατο αίσθημα ευθύνης τον υποχρεώνουν να ταπεινωθεί ενώπιον των χριστιανών της δύσης εκλιπαρώντας για ελάχιστη βοήθεια. Από την άλλη η βαθύτατη προσήλωσή του στην ορθόδοξη πίστη του τον κρατά ανεκτικό και απολύτως σιωπηλό προς τους ανθενωτικούς οι οποίοι τον καθυβρίζουν και τον καταρώνται (Γεννάδιος Σχολάριος, Νοταράς). Είναι αρκούντως ευφυής για να αντιληφθεί ότι αυτός, ο διχασμός του λαού καταδικάζει την πόλη και πως στα χέρια του βρίσκεται ο επίλογο μιας θαυμαστής υπερχιλιετούς ιστορίας, η οποία δεν είναι δυνατόν να τελειώσει με μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση. Συνεπώς αγώνας μέχρις εσχάτων.

Τρίτη 29 Μαΐου, οι μάχες διεξάγονται σώμα με σώμα, ανθίστανται υπεράνθρωπα, μερικοί οθωμανοί προσέχουν κάποια πόρτα ανοικτή (ίσως και θρύλος για ιστορικούς) την κερκόπορτα και εισέρχονται ... . Τότε την πιο κρίσιμη ώρα, τραυματίζεται ο στρατηγός Τζιουστινιάνι πληγωμένος, θολωμένος από τον πόνο και στη θέα του αίματος, ζητά από τους άνδρες του να τον αποσύρουν από την μάχη. Ο Κωνσταντίνος σπεύδει να τον μεταπείσει. Όμως ο Τζιουστινιάνι μεταφέρεται στο λιμάνι διότι αισθάνεται τον επικείμενο θάνατό του, θέλει να πεθάνει στην πατρίδα του (Χίο). Και σε τρεις ημέρες πεθαίνει. Δυστυχώς η φυγή του δεν μένει απαρατήρητη από τους υπόλοιπους.

Μέσα στην οχλοβοή που επακολουθεί ακούγεται «Η Πόλις εάλω».

Ο αυτοκράτορας υψώνει το σπαθί του, τον περικυκλώνουν οι εχθροί, κανείς δεν τον ξαναείδε ζωντανό. Την ίδια μοίρα είχαν και οι υπόλοιποι σύντροφοι του αυτοκράτορα. Μεγάλες είναι και οι απώλειες των οθωμανών, μα όλα είναι πια χαμένα για του βυζαντινούς. Στις δυόμισι το μεσημέρι οι νικητές ξεχύνονται μεθυσμένοι από την επικράτησή τους. Θρήνος, οιμωγή, θάνατος που πουθενά αλλού δεν συνέβη τέτοιος.

Μνήμη λοιπόν τραυματική η πτώση της Πόλης και όχι μόνον για τους Έλληνες αλλά και για τους άλλους μεταβυζαντινούς ορθόδοξους λαούς. Η σημασία του ξεπερνά τον κόσμο των πρωταγωνιστών του και σημαδεύει τον χρόνο της ιστορίας. Έτσι τοποθετείται η αρχή του μεσαίωνα για τους Έλληνες καθώς και η αρχή της διασποράς του Ελληνικού πνεύματος και η μεταλαμπάδευση αυτού στη δύση.

Η βυζαντινή κληρονομιά, «το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο» θα ζήσει μέσα σ' αυτό τον νέο κόσμο ως η αναφορά σε έναν ουμανισμό, τον ανθρωπισμό που μετουσίωσε το αρχαίο μάθημα μπολιάζοντάς το με το χριστιανισμό, αυτό το επίτευγμα που μετέφεραν στη δύση οι διανοούμενοι της Κωνσταντινούπολης φεύγοντας και αποφεύγοντας την πνευματική κενότητα του κατακτητή.
Μένει όμως το βυζαντινό κατόρθωμα ζωντανό σαν θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας κάθε Βαλκάνιου, αλλά και σαν ξύπνημα και προσήλωση στις αρχές που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως σήμερα.

Αποδείχτηκε ιστορικά πως η θυσία του Κωνσταντίνου ήταν αυτή που κράτησε το γένος των Ελλήνων ζωντανό για τα χρόνια της σκλαβιάς επί τουλάχιστον τέσσερις αιώνες και του έδωσε τη δύναμη να σηκωθεί, μη θέλοντας να αφήσει αδικαίωτη τη θυσία της 29ης Μαΐου του 1453.
Η Μνήμη της αυτοκρατορικής αίγλης αλλά και του αδυσώπητου θρήνου της άλωσής της διαποτίζουν τις ψυχές των Ελλήνων που θα θρηνούν είτε μέσω δημοτικών τραγουδιών είτε μέσω της προσωπικής ποίησης.

Παρατίθεται ενδεικτικά το ποίημα του Κ.Π.Καβάφη «ΠΑΡΘΕΝ»
Πάρθεν

Aυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ' άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ' είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.
Όμως απ' τ' άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν' αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ' μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ' την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ' αναγνώθ' σίτ' ανακλαίγ' σίτ' ανακρούγ' την κάρδιαν.
Ν' αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Μαρία Π. Αϊβαζίδου