Σήμερα είναι: Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2020
greek english turkish
SOHO JOY Δερέμπεης μικρό

Κάτι τρέχει στον Έβρο

Το "υδάτινο νεκροταφείο" του Έβρου: Μυστικά και τραγικές ιστορίες ανώνυμων ανθρώπων

Το "υδάτινο νεκροταφείο" του Έβρου: Μυστικά και τραγικές ιστορίες ανώνυμων ανθρώπων

12-03-2018

Με αφορμή τη σύλληψη των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, ένας δημοσιογράφος της LiFO θυμάται τη δική του θητεία στα σύνορα και συνομιλεί με τον ιατροδικαστή που έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της αναγνώρισης των πτωμάτων που ανακαλύπτονται στην περιοχή.

Μεσάνυχτα στον Σταθμό Λαρίσης. Η διαδρομή του τρένου, ύστερα από κάποιες ενδιάμεσες στάσεις και δύο μετεπιβιβάσεις σε Θεσσαλονίκη και Αλεξανδρούπολη, είχε προορισμό το Τυχερό Έβρου.  

Τα βαγόνια ήταν ασφυκτικά γεμάτα στρατιώτες, μετανάστες και πρόσφυγες κι εγώ ανυπομονούσα να αντικρίσω το βορειότερο σύνορο της Ελλάδας.  

Όταν έφτασα στην Αλεξανδρούπολη, περίμενα ότι θα έβλεπα κάτι που θα με προϊδέαζε για το ότι έφτασα στις εσχατιές της χώρας.  

Η ζωή και ο ρυθμός της πόλης, όμως, που αποτελείται κατά κατά κύριο λόγο, από φοιτητές, αξιωματικούς, στρατιώτες καθώς και Τούρκους τουρίστες από την Κωνσταντινούπολη, με διέψευσαν. Το Τυχερό είναι ένα μεγαλοχώρι με κατοίκους κυρίως περιφερόμενους στρατιωτικούς παρά ντόπιους. Ένας μέρος που θυμίζει περισσότερο με πόλη της αμερικανικής Άγριας Δύσης.  

Την ημέρα που έφτασα στον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού, μαζί μου ήταν και δώδεκα νεοσύλλεκτοι φαντάροι.  

Στα πρόσωπά τους ήταν ζωγραφισμένη η αγωνία. Περίμεναν υπομονετικά να τους παραλάβουν από τα γειτονικά στρατόπεδα, ενώ μάταια αναζητούσαν τη βοήθεια κάποιου περαστικού.

Ύστερα από λίγη ώρα και ενώ βρισκόμουν βυθισμένος στις σκέψεις μου, παρατήρησα ομάδες ανθρώπων να προσεγγίζουν δειλά - δειλά τον σταθμό. Μόλις πλησίαζαν σχετικά κοντά, αντιλήφθηκα ότι επρόκειτο για μετανάστες.  

Ήταν φοβισμένοι, μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο και τυλιγμένοι με λεπτές κουβέρτες. Με τα ελάχιστα αγγλικά που γνώριζαν ρωτούσαν πώς μπορούσαν να πάνε στην Αθήνα. Πριν προλάβω να τους απαντήσω, έσπευσαν στο σημείο τρία-τέσσερα ταξί. 

Από ενδιαφέρον, στάθηκα να ακούσω τι θα ειπωθεί. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, ταξιτζήδες και μετανάστες είχαν καταφέρει να συνεννοηθούν ώστε να μεταβούν σε μέρος απ' όπου θα μπορούσαν να φτάσουν στην Αθήνα.  

Κάποιοι ταξιτζήδες, μάλιστα, μιλούσαν τουρκικά, ενώ ακόμη και η παρουσία μου εκεί έδειξε να τους ενοχλεί. Ένας από τους οδηγούς με πλησίασε και μου είπε με απειλητικό ύφος: «Φίλε, έφυγες και δεν είδες τίποτα».  

Η ιστορία αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία από την περιοχή του Έβρου. Κάπως έτσι, σ' εκείνο το ταξίδι προσγειώθηκα στην πεζή πραγματικότητα των ελληνικών συνόρων.  

Όλος ο νομός και ειδικά οι περιοχές που περιβάλλουν το ποτάμι βρίθουν από μυστικά. Όσο διάστημα έμεινα στον ακριτικό νομό έμαθα και άκουσα αρκετά, πάντα εμπιστευτικά. Έτσι, τις τελευταίες μέρες που στην επικαιρότητα κυριαρχει το επεισόδιο με τη σύλληψη των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, θυμήθηκα την καθημερινότητα αυτού του τόπου, παρόμοια περιστατικά που συμβαίνουν διαρκώς, αλλά δεν φτάνουν πάντοτε στους τίτλους των ειδήσεων. 

Συγκράτησα πολύ έντονα την κατάθεση του υπολοχαγού του στρατού ξηράς, ο οποίος φέρεται να δήλωσε ότι λίγο πριν συλληφθούν, κατά τις 10:30, είχαν βγει σε περιπολία.  

«Το χιόνι ήταν γύρω στα 20-25 εκατοστά. Όταν είδαμε ίχνη παπουτσιών αρχίσαμε να τα ακολουθούμε, σκεπτόμενοι ότι είναι ίχνη παράνομων μεταναστών.  

Φτάσαμε κάτω από ένα δέντρο, απέναντί μας βρέθηκαν Τούρκοι στρατιώτες και μας πήραν τα όπλα. Μετά μας μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα. Εμείς δεν είμαστε πράκτορες, δεν περάσαμε τα σύνορα σκόπιμα αλλά λόγω των κακών καιρικών συνθηκών». Πράγματι, όσοι έχουν περάσει από τις συγκεκριμένες περιοχές ξέρουν καλά ότι πρόκειται για συνηθισμένα περιστατικά. Όμως τα πάντα έχουν αλλάξει μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα που επιχειρήθηκε τον Ιούλιο του 2016 εναντίον του Ταγίπ Ερντογάν.  

Ο Έβρος είναι ένας μακρινός τόπος όπου αφθονούν τα παρατηρητήρια, τα στρατόπεδα, οι σκοπιές, τα φυλάκια, οι μεθοριακοί σταθμοί, τα στρατιωτικά τζιπ και οι φαντάροι. 

Το ομώνυμο ποτάμι αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο ποταμό της νοτιοανατολικής Ευρώπης μετά τον Δούναβη. Το μεταναστευτικό είναι το κυρίαρχο πρόβλημα της περιοχής.   Πολλοί από τους κατοίκους, όταν μιλήσεις μαζί τους, δεν σταματούν να σου διηγούνται τις καταστάσεις και τις τραγικές ανθρώπινες ιστορίες με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι σχεδόν καθημερινά. Ακόμη και όταν ήμουν εκεί οι περισσότεροι αναφέρονταν στο ποτάμι, αποκαλώντας το απλώς «υδάτινο νεκροταφείο».  

Δύσκολο να σβήσουν από τη μνήμη και οι μαρτυρίες από τις νυχτερινές περιπολίες στρατιωτών και αξιωματικών. Όπως μου λένε, πατημασιές, ίχνη, πυροβολισμοί και κυκλώματα δουλεμπορίας εξακολουθούν να αποτελούν το βασικό αντικείμενο των συζητήσεων. Οι τιμές από τις τοπικές μαφίες κυμαίνονται στα 1.000 με 1.500 ευρώ και μπορεί να αγγίξουν ακόμη και πενταψήφιο νούμερο, ενώ ο αριθμός όσων δεν καταφέρνουν να διασχίσουν το ποτάμι παραμένει άγνωστος.

Ενδεικτικό είναι ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ φτάνουν περίπου τους 6.500 οι μετανάστες που περιμένουν να περάσουν τον Έβρο από την πλευρά της Τουρκίας. 

«Τον χειμώνα τα νερά του Έβρου φουσκώνουν, επικρατεί ψύχος, με θερμοκρασίες που πολλές φορές πέφτουν ακόμα και κάτω από τους -15 βαθμούς Κελσίου, με αποτέλεσμα πάρα πολλοί μετανάστες να πνίγονται ή να πεθαίνουν από το κρύο» μου δηλώνουν ανώτατοι στρατιωτικοί που υπηρετούν σ' εκείνα τα μέρη, αλλά προτιμούν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους.  

Και προσθέτουν: «Οι ετοιμόρροπες βάρκες που χρησιμοποιούν οι διακινητές χωράνε περίπου 4-5 άτομα, αλλά αυτοί στοιβάζουν πολύ περισσότερους, με αποτέλεσμα να βυθίζονται». Οι περισσότερες οικογένειες που ζουν στα χωριά κατά μήκος του Έβρου αντιμετωπίζουν επικίνδυνες καταστάσεις, ενώ δεν είναι λίγοι όσοι προσφέρουν χρήματα προκειμένου να καλύψουν τα έξοδα για την κηδεία ανθρώπων αγνώστων στοιχείων. Την κατάσταση που επικρατεί στον ακριτικό Έβρο γνωρίζει πολύ καλά και ο καθηγητής ιατροδικαστικής στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, Παύλος Παυλίδης.  

Ο ίδιος έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της αναγνώρισης των πτωμάτων που ανακαλύπτονται στις περιοχές πέριξ του ποταμού.  

«Τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια έχουν βρεθεί 365 νεκροί, ενώ μόνο για το 2018 έχουμε ήδη πέντε νεκρούς. Τα δύο τελευταία περιστατικά ήταν μόλις πριν από δύο μέρες: ένας νεκρός από πνιγμό κι ένας άλλος, μαροκινής καταγωγής, από υποθερμία.  

Από αυτό τον αριθμό έχει ταυτοποιηθεί και αναγνωριστεί μόνο το 1/3. Είναι τα περιστατικά τέτοια και η φύση του ποταμού πολύ δύσκολη, με λασπώδη υφή και πυθμένα, αλλά και με πολλά κλαδιά. Οι συστοιχίες από τα κλαδιά είναι αρκετές για να ανατρέψουν τις βάρκες των διακινητών.   Ειδικά όταν τα ρεύματα είναι δυνατά, ο αγώνας με τα παγωμένα νερά του ποταμού γίνεται δύσκολος και δίνεται μάχη για την επιβίωση. Όλα αυτά συντελούν στο να μένουν οι νεκροί για πολλές μέρες στον βυθό και να τους βρίσκουμε μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα. 

Συνήθως τα πτώματα αυτά ανευρίσκονται από τον στρατό, την αστυνομία ή και τους ψαράδες και, δυστυχώς, τις πιο πολλές φορές αυτά που αντικρίζουμε είναι σε κατάσταση σήψης, σε τέτοιον βαθμό που δεν μπορείς να αναγνωρίσεις ούτε καν το πρόσωπο» μου λέει ο κ. Παυλίδης. Του επισημαίνω ότι πιθανόν να είναι αρκετά μεγάλος ο αριθμός των νεκρών που δεν βρίσκονται ποτέ.  

«Ο αριθμός που σας ανέφερα αφορά μόνο την ελληνική πλευρά, επομένως κάτι αντίστοιχο θα συμβαίνει και στην απέναντι.  

Το ποτάμι αποτελεί το σύνορο και γι' αυτό, όπως αντιλαμβάνεστε, θα υπάρχει αρκετά μεγάλος αριθμός και στη γειτονική όχθη. Όμως το κυριότερο πρόβλημα παραμένει ότι πολλοί άνθρωποι δεν ανασύρονται ποτέ. Έχουμε αναζητήσεις από συγγενείς που δεν κατάφεραν τελικά να βρουν τους δικούς τους σε καμία από τις δύο πλευρές, παρά τη μεγάλη τους προσπάθεια.   Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει ακριβώς για πόσους νεκρούς μιλάμε, που παραμένουν εξαφανισμένοι». Ποια διαδικασία ακολουθείται ως προς την πιστοποίηση των πτωμάτων; τον ρωτάω.  

«Όποιος βρει το εκάστοτε πτώμα ενημερώνει τον στρατό και την αστυνομία. Στη συνέχεια, γίνεται μια πρώτη έρευνα στο σημείο όπου βρέθηκε, όσον αφορά προσωπικά στοιχεία, όπως τα ρούχα ή άλλα αντικείμενα.  

Αμέσως μετά μεταφέρεται στο πανεπιστήμιο, όπου παρουσία της αστυνομίας γίνεται ξανά φωτογράφιση του νεκρού, συλλέγουμε τα προσωπικά του αντικείμενα και εξετάζουμε σημεία του σώματος που μπορεί να μας βοηθήσουν, είτε κάποιο τατουάζ είτε κάποια δυσπλασία, δηλαδή οτιδήποτε δεν αλλοιώνεται από τη σήψη. Και, φυσικά, λαμβάνουμε δείγμα DNA» εξηγεί. Αναρωτιέμαι πού φυλάσσεται τελικά ο μεγάλος αριθμός των πτωμάτων που δεν ταυτοποιούνται και ο κ. Παυλίδη να απαντά: «Στο πανεπιστήμιο υπάρχουν ψυγεία βαθιάς ψύξης, τα οποία μπορούν να διατηρούν νεκρούς στους -20 βαθμούς Κελσίου έως και έξι μήνες. 

Από κει και πέρα, αν υπάρχουν ενδείξεις ότι κάποιος μπορεί τελικά να αναγνωριστεί, τον κρατάμε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.  

Αν δεν υπάρχει κάποια ένδειξη, τότε θάβεται με έξοδα του ελληνικού κράτους σε συγκεκριμένο νεκροταφείο με έναν μοναδικό αριθμό πάνω στο μνημείο, ο οποίος είναι κοινός για όλους, πανεπιστήμιο, στρατό, αστυνομία και για τα εγκληματολογικά εργαστήρια των Αθηνών.

Οπότε, γνωρίζοντας πού είναι θαμμένος, ακόμη και μετά από δέκα χρόνια υπάρχει η δυνατότητα να δοθεί στους δικούς του ανθρώπους». Στη συνέχεια τον ρωτώ αν έχει συναντήσει ανθρώπους που κατάφεραν να πάνε σε ευρωπαϊκές χώρες, αλλά στη συνέχεια επέστρεψαν αναζητώντας τους συγγενείς που έχασαν στη διαδρομή για ένα καλύτερο μέλλον.  

«Φυσικά. Γνωρίζω άνθρωπο που είναι από τη Σομαλία και μένει μόνιμα στη Σουηδία ή Ελβετούς πακιστανικής καταγωγής, οι οποίοι έχουν γυρίσει προκειμένου, μέσω της διαδικασίας που ακολουθούμε, να τους βοηθήσουμε να βρουν τους δικούς τους».   

Ο κ. Παυλίδης έρχεται καθημερινά σε επαφή με εικόνες που άλλοι άνθρωποι αποφεύγουν για μία ζωή. Το γραφείο του είναι γεμάτο από φωτογραφίες πτωμάτων. Υπάρχει, άραγε, κάποια εικόνα που ο ίδιος δεν πρόκειται ξεχάσει:«Οι χειρότερες εικόνες είναι εκείνες που αφορούν πτώματα παιδιών. Υπάρχει ένας παππούς που γνωρίζω ο οποίος αναζητά εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα τα εγγόνια του.  

Ήταν μέσα σε μια βάρκα ο ίδιος, ο γαμπρός του και τα δυο παιδιά. Ο μόνος που επέζησε ήταν αυτός. Οι υπόλοιποι τρεις χάθηκαν. Έψαξε και στις δύο πλευρές, ελληνική και τουρκική, αλλά δεν έχει καταφέρει τίποτα. Είδε τα εγγόνια του να χάνονται μπροστά στα μάτια του.  

Το χειρότερο είναι ότι παρόλο που γνωρίζει ακριβώς το σημείο, δεν έχει βρει ακόμη τίποτα. Γι' αυτό σας λέω ότι υπάρχουν πολλά πτώματα που ο ποταμός δεν τα ανασύρει καν στην επιφάνεια.  

Βέβαια, υπάρχουν και αρκετοί που έχουν την ελπίδα ότι για να μη βρήκαν τους συγγενείς του εδώ, μάλλον έχουν ξεκινήσει μια νέα ζωή κάπου στην Ευρώπη». Έπειτα τον ρωτώ αν, έπειτα και από την αποτυχημένη απόπειρα του τουρκικού πραξικοπήματος, έχουν ανασυρθεί και σοροί Τούρκων πολιτών.  

«Έως και σήμερα δεν έχουμε αναγνωρίσει στο εργαστήριο Τούρκους πολίτες. Προς το παρόν. Κανείς όμως δεν μπορεί να ξέρει αν στα πτώματα αγνώστων στοιχείων συμπεριλαμβάνονται Τούρκοι υπήκοοι» συμπληρώνει. Υπενθυμίζω στον κ. Παυλίδη ότι όταν βρέθηκα στον Έβρο είχα την αίσθηση πως η ανθρώπινη ζωή έχανε την αξία της, ειδικά στο χωριό Σιδηρώ του Δήμου Σουφλίου, όπου αντίκριζες τάφους με σορούς πτωμάτων που δεν είχαν ταυτοποιηθεί ποτέ. Σήμερα σε ποια περιοχή θάβονται;  

«Επειδή είχαν προκύψει κάποια προβλήματα με τον παλιό μουφτή της περιοχής, πλέον υπάρχει νεκροταφείο στην Ορεστιάδα, σε μια έκταση που έχει παραχωρηθεί από τον δήμο, ώστε οι συνθήκες ταφής των νεκρών να είναι αξιοπρεπείς» υπογραμμίζει.

Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας τον ρωτώ τι έχει μάθει, όμως, ο ίδιος εξασκώντας το επάγγελμα του ιατροδικαστή;  

«Προφανώς γίνεσαι πιο ρεαλιστής και σκληρός με τη ζωή. Τα υλικά αγαθά δεν έχουν καμία απολύτως αξία. Καθημερινά βρίσκω ανθρώπους που κοιμούνται και δεν ξυπνούν ποτέ.   Για μένα, λοιπόν, η πιο σημαντική αποστολή παραμένει το να μπορώ να βοηθήσω να βρουν τους συγγενείς τους εκείνοι που τους ψάχνουν. Σεβασμός πάνω απ' όλα στον νεκρό και στην αγωνία των συγγενών να βρουν τον άνθρωπό τους».